Listeners:
Top listeners:
play_arrow
ΕΡΚΟ LIVE
today17/07/2026 11:47 ΠΜ
Ο Ευριπίδης Στυλιανίδης εισηγήθηκε στο Σύνταγμα ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων με κίνητρα αποτελεσματικότητας
Ολοκληρώνοντας τις εργασίες της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος της Προτείνουσας Βουλής, στην τελευταία του τοποθέτηση ο Εισηγητής της πλειοψηφίας και Βουλευτής Ροδόπης της Νέας Δημοκρατίας Ευριπίδης Στ. Στυλιανίδης έδωσε μεγάλη σημασία στην ενίσχυση των ΟΤΑ Ά και ´Β Βαθμού τονίζοντας την ανάγκη οι αρμοδιότητες να συνοδεύονται με πόρους. Επίσης έκανε λόγο για φορολογική αποκέντρωση αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα οι ΟΤΑ αντί να χρηματοδοτούνται κεντρικά να μπορούν να διαχειριστούν αυτόνομα κάποιους φόρους ή τέλη. Αυτή η μεταβίβαση ευθύνης ενισχύει και την αυτοτέλεια των ΟΤΑ.
Επίσης ο Βουλευτής Ροδόπης έκανε εκτενή αναφορά στην ανάγκη αναμόρφωσης του δημόσιου τομέα στη βάση της συνεχούς αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να ενισχυθεί η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και η διοίκηση να μετεξελιχθεί από υπαλληλοκεντρική σε πολιτοκεντρική.
Συγκεκριμένα ο Εισηγητής υποστήριξε:
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ 11η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΣΑΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 102 & 103
του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη
Βουλευτή Ροδόπης Νέας Δημοκρατίας,
Εισηγητή της Πλειοψηφίας στη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2026, Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Άρθρο 102 : ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Το άρθρο 102 παρ. 1 του Συντάγµατος αναγνωρίζει την αρμοδιότητα των τοπικών υποθέσεων στους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Στο άρθρο 102 παρ. 2 αναγνωρίζονται αντίστοιχα η Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, δηλαδή «των Ελλήνων οι Κοινότητες» µε όρους συνταγµατικής ιστορίας – ως κύτταρα της Δηµοκρατίας και ως θεσµοί που πρέπει να διαθέτουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και να εκλέγονται µε καθολική και µυστική ψηφοφορία.
Επιδίωξη του Συντάγµατος είναι οι αποφάσεις που αφορούν στον πολίτη να λαµβάνονται, όσο το δυνατόν εγγύτερα στον πολίτη -όπως προβλέπει άλλωστε η νομολογιακά ακόμα απροσδιόριστη Ευρωπαϊκή Αρχή της Επικουρικότητας– και ο πολίτης να µπορεί να συµµετέχει σε αυτές και να τις συνδιαµορφώνει.
Η σηµασία της διοικητικής και οικονοµικής αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α. αναδείχθηκε ακόµα περισσότερο κατά τη διάρκεια της κρίσης, όταν παρά την αναγκαστική συρρίκνωση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, η αυτοδιοίκηση, όπου ήταν υγιής και τα οικονοµικά της ήταν νοικοκυρεµένα, υποκατέστησε το κοινωνικό κράτος καλύπτοντας τοπικά το κενό που άφησε η κατάρρευση ή η δυσλειτουργία της κεντρικής διοίκησης.
Οι δήµοι παρέχοντας στέγη σε αστέγους, γεύµατα σε απόρους, ρουχισµό σε φτωχούς, φάρµακα σε ανασφάλιστους και κάθε άλλης µορφής στήριξη, σε πολλές περιπτώσεις κράτησαν όρθιες τις δοκιµαζόµενες τοπικές κοινωνίες.
Επίσης, οι Ο.Τ.Α. τέθηκαν επικεφαλείς στην προσπάθεια εξυγίανσης και ανασυγκρότησης της Ελληνικής Οικονοµίας εξορθολογίζοντας τις δαπάνες τους και επιδιώκοντας να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισµούς τους, υπό την εποπτεία του Παρατηρητηρίου των Δήµων, ενός θεσμού που λειτούργησε το 2013, µε απόφαση μου την περίοδο της θητείας μου ως Υπουργού Εσωτερικών και στόχο τους ισοσκελισµένους προϋπολογισµούς.
Τα πρώτα θετικά οικονοµικά αποτελέσµατα που άρχισαν να εµφανίζονται στη χώρα µας µετά την κρίση, οφείλονταν ακριβώς στην εξυγίανση της λειτουργίας των δήµων. Άρχισαν να καταβάλλονται ληξιπρόθεσµες οφειλές, να αξιοποιείται η ακίνητη περιουσία, να εξορθολογίζεται το θεσµικό πλαίσιο και να αντιµετωπίζεται η διαφθορά. Αυτό βέβαια δε σηµαίνει ότι δεν υπάρχει πολύς δρόµος ακόµα, ώσπου να αποκτήσουν οι Δήµοι και οι Περιφέρειες το κύρος και την αρτιότητα που προβλέπει ο συνταγµατικός νοµοθέτης.
Κατά τη δύσκολη λοιπόν περίοδο των κρίσεων την Πανδημίας, αλλά προηγουμένως κυρίως της οικονομικής κρίσης, το κοινωνικό κράτος κατέρρευσε και η Αυτοδιοίκηση δοκιμάστηκε σκληρά.
Γνωρίζω πολύ καλά ως ο Υπουργός Εσωτερικών που διαχειρίστηκε την κρίση το 2012-2013, πώς αποφύγαμε με σκληρές διαπραγματεύσεις την απόλυτη συρρίκνωση των κεντρικών αυτοτελών πόρων, πώς με τη θεσμοθέτηση του Παρατηρητηρίου των Δήμων εξυγιάναμε τους ΟΤΑ ισοσκελίζοντας προϋπολογισμούς χωρίς δανεισμό και κερδίσαμε τότε το θαυμασμό της ίδιας της Γερμανίδας Καγκελαρίου Άγκελας ΜΕΡΚΕΛ που τον εξέφρασε δημόσια, όταν επισκέφθηκε πρώτη φορά την Αθήνα, σηματοδοτώντας έτσι την θετική αντιστροφή του διεθνούς κλίματος για την Ελλάδα.
Οι νοικοκυρεμένοι Δήμοι τότε, μαζί με την Εκκλησία και την Οικογένεια, υποκατέστησαν το κοινωνικό κράτος και κράτησαν με ότι δυνάμεις είχαν ΟΡΘΙΑ την Ελληνική κοινωνία.
Το ερώτηµα που επανατίθεται σήμερα κατά την επικείµενη Συνταγµατική Αναθεώρηση, αμέσως μετά την Αναθεωρητική προσπάθεια του 2019 είναι, µε ποιον τρόπο θα επιτευχθεί η περαιτέρω εξυγίανση της τοπικής αυτοδιοίκησης:
(α) Με τη βελτίωση των κατάλληλα εφαρµοσµένων στην πράξη πολιτικών και την συνεχή θεσµική ολοκλήρωση του νοµικού πλαισίου από τον κοινό νοµοθέτη ή
(β) µε τη συνταγµατοποίηση κάποιων αµεσοδηµοκρατικών διαδικασιών που ούτως ή άλλως προβλέπονται στο νόµο ;
Η Νέα Δηµοκρατία πιστεύει κυρίως στο πρώτο. Οι εξελίξεις τρέχουν τόσο γρήγορα που οι νόµοι ξεπερνιούνται από την πρώτη στιγµή που ψηφίζονται. Πολύ περισσότερο το Σύνταγµα, γιατί το Σύνταγµα πρέπει να περιλαµβάνει αξίες και στρατηγικούς προσανατολισµούς και να µην αναλώνεται σε διαδικασίες
ή ρυθµιστικές λεπτοµέρειες.
Οι έξυπνες πόλεις, τα προγράµµατα Σύµπραξης Δηµόσιου και Ιδιωτικού Τοµέα (ΣΔΙΤ) στην Αυτοδιοίκηση, οι εφαρµογές ηλεκτρονικής Δηµοκρατίας στις τοπικές κοινωνίες, η φορολογική αποκέντρωση, η ψηφιακή αποτύπωση και αξιοποίηση της ακίνητης δηµοτικής περιουσίας, οι διεθνείς αδελφοποιήσεις και συµπράξεις, η ανακύκλωση και η ενεργειακή διαχείριση των σκουπιδιών, τα περιβαλλοντικά ισοδύναµα, είναι µερικές µόνο εφαρµογές που συνεχώς εξελίσσονται και ο κοινός νοµοθέτης τουλάχιστον µπορεί να τις παρακολουθήσει ή να τις διευκολύνει.
Η οποιαδήποτε απόπειρα συνταγµατοποίησης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και της λειτουργίας των Ο.Τ.Α., οστεοποιεί το θεσµό και τη λειτουργία του και ενδεχοµένως παρεµποδίζει την αναµόρφωση και την εξέλιξή τους. Γι’ αυτό και η αντίστοιχη απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ στην Αναθεώρηση του 2019 να συνταγματοποιήσει συνολικά ζητήματα Άμεσης Δημοκρατίας στην Αυτοδιοίκηση ή τον εκλογικό νόμο απορρίφθηκε.
Τώρα που επιστρέψαμε στην κανονικότητα και μετά από σκληρές δοκιμασίες του λαού μας κερδίσαμε το διεθνή θαυμασμό, η Συνταγματική Αναθεώρηση μας δίνει τη δυνατότητα να επιχειρήσουμε μια ουσιαστική επανεκκίνηση και στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η αναθεωρητική συζήτηση στην Προτείνουσα Βουλή, έχει ως αποκλειστικό στόχο να επισημάνει διατάξεις που πρέπει να συμπληρωθούν, να αναθεωρηθούν, να καταργηθούν ή και να θεσπιστούν για πρώτη φορά.
Αν συμφωνήσουμε όλοι μαζί, ότι κάτι αξίζει να αλλάξει στο χώρο της Αυτοδιοίκησης, τότε θα πρέπει να πείσουμε από τώρα όλες τις πολιτικές δυνάμεις να το υποστηρίξουν αποφασίζοντας τις αλλαγές στα άρθρα που προτείνονται με 180 ψήφους στην πρώτη Βουλή και όχι μόνο με 151. Μια αναβολή συναίνεσης υποκρύπτει μικροκομματική και μόνο σκοπιμότητα και αποκαλύπτει ότι κάποιοι ιεραρχούν την εξουσία τους πάνω από την κοινωνία και την αυτοδιοίκηση.
Οφείλω δημόσια να παραδεχτώ ότι κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης που προηγήθηκε η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας και ο πρόεδρος της Δήμαρχος Λάζαρος Κυρίζογλου, επέδειξαν ταχύτατα αντανακλαστικά και πολιτική ετοιμότητα καταθέτοντας πρώτοι από τους θεσμικούς και κοινωνικούς φορείς τις προτάσεις τους στις 4 Μαρτίου 2026, τις οποίες επισημοποίησαν στο συνέδριο τους στις 26 Μαΐου στην Αθήνα.
Η ΚΕΔΕ λαμβάνει σοβαρά υπόψιν της ένα νέο δεδομένο στην αναθεωρητική διαδικασία που δεν μπορούμε πλέον να παραγνωρίσουμε. Μετά το 1980 – όπως έχω ξανατονίσει – που η Ελλάδα εντάχθηκε στην ΕΟΚ και πολύ πιο έντονα σήμερα, διαμορφώνεται δυναμικά ένα νέο διεθνές πλαίσιο, μια παράλληλη με την εθνική, διεθνής έννομη τάξη, εξίσου ισχυρή με το Σύνταγμα και απόλυτα παρεμβατική στην εσωτερική έννομη τάξη.
Αυτή πηγάζει από το πρωτογενές και το παράγωγο Ευρωπαϊκό δίκαιο και τη σχετική Νομολογία του ΔΕΕ (Ευρωπαϊκός Κανονισμός Προσωπικών Δεδομένων, AI ACT, βασικός μέτοχος, Μη Κρατικά Πανεπιστήμια), από την ΕΣΔΑ και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, από διμερείς, πολυμερείς και διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει ή θα κυρώσει η Ελλάδα (Σύμβαση Πλαίσιο για την ΤΝ, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου).
Η όποια αναθεωρητική πρωτοβουλία πρέπει να εναρμονίζει έξυπνα το Εθνικό Σύνταγμα με τη διεθνή έννομη τάξη, χωρίς βέβαια να αλλοιώνει το σκληρό αξιακό του πυρήνα, ώστε να αποφευχθεί η θραύση του εθνικού θεσμικού πλαισίου και η διεθνής απομόνωση της Ελλάδας.
Επισημαίνω εμφατικά την προηγούμενη παρατήρηση μου για τις τρεις παράλληλες έννομες τάξεις όπως την αναφέρει και η ΚΕΔΕ, διότι αυτή φωτίζει τη σημασία του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος έχει ενσωματωθεί ήδη στο Ελληνικό δίκαιο με τους νόμους ν. 1850/1989 και ν. 4555/2018 καθώς και τις προτάσεις του Κογκρέσου Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Επιτροπής Περιφερειών της ΕΕ.
Ανοίγει η συζήτηση του άρθρου 102 για την κατοχύρωση με νόμο του Α και Β βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Μετά από πρόταση της ΚΕΔΕ : «Κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και η ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων ή υποχρεώσεων να συνεπάγεται και τη διασφάλιση των πόρων που απαιτούνται για την άσκηση τους».
Προωθείται η φορολογική αποκέντρωση: με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων των ΟΤΑ μπορούν να επιβάλλονται τοπικοί ή ειδικοί φόροι ή βάρη οποιασδήποτε φύσης.
Οι προϋπολογισμοί των ΟΤΑ καταρτίζονται μετά από επαρκή δημόσια διαβούλευση με τους κατοίκους της τοπικής κοινωνίας και οφείλουν να διασφαλίζουν τη δημοσιονομική ισορροπία.
Πειθαρχικές ποινές αργίας ή έκπτωσης στα αιρετά όργανα των ΟΤΑ μπορούν να επιβάλλονται μόνο με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
Τέλος ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου που εκπροσωπεί τους ΟΤΑ Ά ή ´Β βαθμού προτείνουμε να συμμετέχει στο συμβούλιο εμπειρογνωμόνων που θα εισηγούνται τα προεδρεία των Ανεξαρτήτων Αρχών κατά το άρθρο 101Α σε αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.
Η πρόταση της πλειοψηφίας, όπως τη διαμορφώνουμε παρότι είναι βάση για τη θεσμική συζήτηση που θα ακολουθήσει, επί της ουσία υιοθετεί σχεδόν το σύνολο των προτάσεων που κατέθεσε η ΚΕΔΕ.
Κάποιες από αυτές βέβαια, όπως η ψηφιακή πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, αφορούν κυρίως τον κοινό και όχι τον συνταγματικό νομοθέτη. Ωστόσο μπορούν να διασφαλιστούν, αν οι κατευθυντήριες διατάξεις του Συντάγματος είναι αφαιρετικές, έξυπνα διατυπωμένες και σωστά προσανατολισμένες.
Η συζήτηση τώρα ξεκινά. Αν θέλουμε να φέρει ουσιαστικό αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερη σημασία να διαμορφωθεί από τώρα ευρύτερη συναίνεση στις διατάξεις τουλάχιστον εκείνες που είναι ώριμες να διατυπωθούν προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της Αυτοδιοίκησης και αύξησης της αποτελεσματικότητας της.
Έχει νόημα λοιπόν όλοι να στηρίξουμε επιδρώντας δημιουργικά και δυναμικά, όλες μαζί οι πολιτικές δυνάμεις όπου υπάρχει επικοινωνία ή συνεργασία. Σημασία εδώ δεν έχει το κομματικό πείσμα, αλλά το συμφέρον της Αυτοδιοίκησης και κυρίως το συμφέρον της Ελλάδας.
Κύριε πρόεδρε,
Έχουμε διδαχθεί από την ιστορία μας, ότι τα τελειότερα Σύνταγμα στα χέρια ασυνείδητων ή αδιάφορων λειτουργών απέτυχαν, ενώ ακόμα και ατελή Συντάγματα στα χέρια ευσυνείδητων λειτουργών λειτούργησαν τέλεια.
Σήμερα έχουμε μια σπάνια ευκαιρία, αξιοποιώντας την εμπειρία απανωτών κρίσεων που αντιμετωπίσαμε με επιτυχία, όπου η Τοπική Αυτοδιοίκηση αναδείχθηκε ο μεγάλος πρωταγωνιστής, να σχεδιάσουμε τον νέο Πολιτειακό Χάρτη της Πατρίδας μας, υπερβαίνοντας μικροκομματικές διαφορές και άγονες αντιπαραθέσεις και να επιβεβαιώσουμε για ακόμη μια φορά τον Ελληνικό Λαό ότι οδηγός μας είναι το συμφέρον της νέας γενιάς και πυξίδα μας το μέλλον της πατρίδας, της ιδιαίτερης μας πατρίδας με την οποία μας συνδέει η αυτοδιοίκηση αλλά και της μεγάλης μας πατρίδας της Ελλάδας.
Άρθρο 103 : ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Το άρθρο 103 προσδιορίζει με ακρίβεια το θεσμικό ρόλο των δημοσίων υπαλλήλων περιγράφοντας τους στην παρ. 1 ως εκτελεστές της θέλησης του Κράτους που υπηρετούν το Λαό και οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Αφήνει το νόμο να ορίσει τα προσόντα και τον τρόπο του διορισμού τους.
Το Σύνταγμα προσδιορίζει 4 διαφορετικούς κύκλους υπαλλήλων :
Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται και ένα νέο μοντέλο συνεργασίας του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα, το outsourcing, δηλαδή η ανάθεση έργου από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, όπου ο εργολάβος αναλαμβάνει τη διαχείριση των ιδιωτικών υπαλλήλων προκειμένου να παράσχει ένα συγκεκριμένο έργο για το δημόσιο.
Στο άρθρο 103Σ ρυθμίζονται κατά τρόπο λεπτομερή και αναλυτικό τα ζητήματα που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων.
Α. ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ
Συγκεκριμένα στο άρθρο 103 παρ. 4 Σ θεσπίζεται η αρχή της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων υπό την έννοια ότι, εφόσον υπάρχουν οι οργανικές θέσεις τις οποίες κατέχουν, οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορεί να παυθούν μόνον με δικαστική απόφαση ή κατόπιν αποφάσεως του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Η μονιμότητα για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε στο άρθρο 102 του Συντάγματος του 1911 επί Ελευθερίου Βενιζέλου και έκτοτε διατηρήθηκε στα Συντάγματα που ακολούθησαν, στο άρθρο 114 του Συντάγματος του 1927 και στο άρθρο 101 του Συντάγματος 1952 προκειμένου να αποτρέψει τις εκατέρωθεν πολιτικές διώξεις που οδηγούσαν στην Πλατεία Κλαυθμώνος κάθε φορά που άλλαζε η Κυβέρνηση.
Με την απόφαση 3354/2013 του ΣτΕ η αρχή της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων επιβεβαιώθηκε και καθορίστηκαν οι βασικές της προϋποθέσεις.
Η αρχή της μονιμότητας αποβλέπει στην προστασία των δημοσίων υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από τις κυβερνητικές εναλλαγές παρέχοντας ένα καθεστώς εργασιακής ασφάλειας έναντι αυθαίρετων πρακτικών.
Παράλληλα εγγυάται τη θεσμική μνήμη, την ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, τη συνέχεια της διοίκησης και την ουδετερότητά της απέναντι στους πολίτες.
Σήμερα, που οι πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις του παρελθόντος έχουν αμβλυνθεί, η λειτουργία της οφείλει να επανεξεταστεί. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων έχει συνδεθεί με αρνητικές πτυχές της δημόσιας διοίκησης, κυρίως τη γραφειοκρατία, την αναποτελεσματικότητα και σε μερικές περιπτώσεις ίσως και τη διαφθορά δια της διαπλοκής.
Έχει καταλήξει να λειτουργεί περισσότερο ως ασπίδα προστασίας των ίδιων των υπαλλήλων καθώς απουσιάζει ένας μηχανισμός που θα διασφαλίζει την συνεχή αξιολόγηση και την αξιοκρατία.
Β. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Η οικονομική κρίση ανέδειξε την ανάγκη για εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης με την εισαγωγή αρχών και κανόνων.
Στόχος είναι η βελτιστοποίηση της λειτουργίας και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας. Στο δημόσιο άρχισαν ήδη να εφαρμόζονται οι αρχές του Νέου Δημοσίου Μάνατζμεντ, δηλαδή η εφαρμογή αρχών και πρακτικών της διοίκησης του ιδιωτικού τομέα στον δημόσιο με επίκεντρο την αύξηση της ικανοποίησης του πολίτη.
Στο πλαίσιο αυτό εισήχθη ο θεσμός της αξιολόγησης. Η αξιολόγηση είναι ένα εργαλείο που ενισχύει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης.
Ο νόμος που εφαρμόζεται για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων είναι ο ν. 4940/2022 που αντικατέστησε τον ν. 4369/2016.
Στην Ελλάδα υπηρετούν γύρω στις 570.000 δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να υπολογίζονται οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ).
Στο σύστημα αξιολόγησης του νόμου υπάγονται περίπου 180.000 μόνιμοι υπάλληλοι, καθώς εξαιρούνται ορισμένες κατηγορίες, όπως τα σώματα ασφαλείας, οι εκπαιδευτικοί και τα μέλη ΔΕΠ.
Την αξιολόγηση διενεργεί πλέον ένας αξιολογητής, ο οποίος είναι ο άμεσος ιεραρχικά προϊστάμενος του υπαλλήλου. Όσοι υπάλληλοι λάβουν χαμηλή αξιολόγηση σε τρεις από τις εννέα δεξιότητες που έχουν τεθεί ως κριτήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά σε σεμινάρια ή μετεκπαιδεύσεις.
Σκοπός της αξιολόγησης είναι η ουσιαστική ανάπτυξη των υπαλλήλων μέσω της βελτίωσης των δεξιοτήτων, των επιδόσεων και της επαγγελματικής τους εξέλιξης. Το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο νόμος ήταν ότι κατά την αξιολόγηση η πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων λάμβανε υψηλή βαθμολογία. Το 97% των δημοσίων υπαλλήλων βαθμολογούνταν πάνω από 85%.
Η αξιολόγηση δεν παρήγαγε πρακτικό αποτέλεσμα, παρά μόνο το φύλλο με τη βαθμολογία καταχωριζόταν στο φάκελο του υπαλλήλου.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση από μόνη της δεν αρκεί να ανατρέψει μια αρνητική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε επί δεκαετίες διαχρονικά και διακομματικά.
Η Επανίδρυση του Κράτους δεν διατάσσεται. Απαιτεί έξυπνα οργανογράμματα, σαφή καθηκοντολόγια, διαρκή επιμόρφωση, σοβαρή και συνεχή αξιολόγηση με bentchmarkts, κίνητρα με κριτήρια την αποτελεσματικότητα και το ήθος.
Αυτά μπορεί να δίδονται ως κατεύθυνση από το Σύνταγμα, αλλά η υλοποίηση τους εξαρτάται από το νόμο και κυρίως από τη σωστή λειτουργία της διοίκησης.
Για τοὺς παραπάνω λόγους η Νέα Δημοκρατία προτείνει το Σύνταγμα να μπορεί να επαναπροσδιορίσει την έννοια της μονιμότητας.
Νόμος όμως να ορίζει τη διαδικασία, τα κριτήρια για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, τις επιβραβεύσεις και τις ποινές που αυτή μπορεί να επιφέρει, συμπεριλαμβανομένης της οριστικής παύσης, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Η Αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να γίνεται με βάση τις αρχές της αμεροληψίας, της ουδετερότητας, της επαγγελματικής ικανότητας και της αποδοτικότητας, με δυνατότητα συμμετοχής και του ΑΣΕΠ.
Αξιολόγηση γίνεται αμφίδρομα, ήτοι και από τους υφισταμένους προς τους προϊσταμένους τους, καθώς και από τους πολίτες προς όλους.
Ο μισθός(πέραν του βασικού) συνδέεται με προσόντα και απόδοση.
Η βασική μεταβολή που μπορεί να επιφέρει μια τέτοια συνταγματική αλλαγή είναι το σύστημα από υπάλληλο – κεντρικό, να γίνει πολιτο – κεντρικό.
Συντάχθηκε από: ERKO.GR

Aποτελεί πιστοποιημένο συνεργάτη των Οργανισμών GEA και GRAMMO
Copyright ΕΡΚΟ